Το λεξιλόγιο μας


Σεβόμενοι την προέλευση,τη χρήση και τη σημασία των παρακάτω λέξεων!

  • αγάς γαιοκτήμονας
    αγιόκλημα διακοσμητικό φυτό
    αγκίδα παρανυχίδα
    αγκούσα φούσκωμα του στομαχιού
    αγναντεύω κοιτάζω μακριά
    αγριάδα είδος φυτού
    Αϊ Δημήτρης Οκτώβριος
    αλαγγίτες είδος τηγανίτας
    αλάργα μακριά
    αλατουριασμένος 1)μπερδεμένος, 2)χαμένος
    αλέτρι ξύλινο εργαλείο για όργωμα
    αλισίβα μίγμα από στάχτη και νερό για πλύσιμο ρούχων
    αλλιώτικα διαφορετικά
    αλουπού αλεπού
    αλωνάρης Ιούλιος
    αμπάρι ντουλάπι τοίχου που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση σιτηρών
    αμπουλάντσα 1)ασθενοφόρο, 2)ιατρείο
    άμπουρος ατμός
    ανάριο αραιό
    ανασκελώνω γυρνάω ανάποδα
    ανασκιράω τακτοποιώ, βάζω τα πράγματα στη θέση τους
    ανατσιριάζομαι σιχαίνομαι
    ανγκάρι χώρος αποθήκευσης
    ανεργιάζομαι ονειρεύομαι
    ανήλιο εκεί που χτυπάει ο ήλιος όταν βασιλεύει
    ανταμώνω συναντώ
    άντερα έντερα
    άντζα μυς
    αντίκρυ απέναντι
    αντιρούτζιο αντισκουριακό
    αντραϊδα άγριο φυτό
    αντράλα ζάλη
    αντρειάς Δεκέμβριος
    αντρόενο ζευγάρι
    αξιάρχης Νοέμβριος
    απίδια αχλάδια
    αποσταίνω κουράζομαι
    αραντζάτα αναψυκτικό
    αράντισμα ψέκασμα
    αργανιάζω δέρνω
    αρεντεύω τρέχω
    άρκα τελάρο
    άρμη αλατισμένο νερό για την συντήρηση του τυριού
    αρσίκης λεβέντης
    αρτζής γύφτος
    αστάκι καλαμπόκι
    αστάρι φόδρα
    αστόχησα ξέχασα
    ατζιαμής άπειρος, πρωτάρης
    ατλάζι μετάξι
    ατομπούζι λεωφορείο
    αυτού εκεί
    αφέντης άνθρωπος με μεγάλο αξίωμα
    αφουγκράζομαι ακούω, παρακολουθώ μια συζήτηση
    αχούρι καλύβα
  • βαένι βαρέλι
    βαϊζω γέρνω προς το ένα μέρος
    βακούφι Εκκλησάκι
    βάκρο πρόβατο με μαύρο πρόσωπο
    βαλέρα μεγάλο βαρέλι
    βαρκός υγρός τόπος
    βάτα θάμνοι με αγκάθια
    βελέντζα φλοκάτη
    βερβερίτσα σκίουρος
    βερβετσέλης πειραχτήρι
    βετούλι κατσίκα ενός έτους
    βετούρα αυτοκίνητο
    βίντσι γερανός
    βιρός γούρνα με νερό που ποτίζουμε τα χωράφια
    βόζα μεγάλο βαρέλι για αποθήκευση νερού
    βουζιά είδος φυτού με σκούρο ανθό
    βουλτιά κόπρανα ζώου
    βουρκόλακας βρικόλακας
    βουρλός τρελός
    βούρλος φυτό που το χρησιμοποιούν για δέσιμο
    βούτρο βούτυρο
    βρακανίδες άγρια χόρτα φαγώσιμα
    βρυσάει πηγάζει
    βυζορούτι σουτιέν
  • γαίμα αίμα
    γαλαντζής γανωτής
    γαλάρα ζώο που μετά την περίοδο της γέννα έχει πολύ γάλα
    γαλή γάτα
    γάστρα μαγειρικό σκεύος
    γατοξέρασμα πολύ αδύνατος άνθρωπος
    γέγα γίδα
    γιαργούτι γιαούρτι
    γιαργουτόσπορος γιαούρτι που χρησιμοποιείται για να πήξει το γάλα
    γιατάκι πάπλωμα
    γινάτεψα νευρίασα
    γιογλεντζές άτομο που του αρέσει και ξέρει να γλεντάει
    γιόντζι τριφύλλι (τροφή για ζώα)
    γιοργάνι πάπλωμα
    γκαβλιόρικο τυφλός
    γκαβός τυφλός
    γκαβόσκυλο τυφλός
    γκαγκαράτζες κόπρανα αρνιού ή κατσικιού
    γκαζέρα μαγειρικό σκεύος που λειτουργεί με πετρέλαιο
    γκαζέρμα αποθήκη στρατιωτικού υλικού
    γκαζερό δοχείο μεταφοράς πετρελαίου για τη γκαζέρα
    γκάζι πετρέλαιο
    γκαλίτσι αρπακτικό
    γκαμπέλης πολύ ψιλός (κοροϊδευτική λέξη)
    γκαντιφές κοτλέ
    γκάρα αγώνας δρόμου
    γκαρνέτο κλαρίνο
    γκατζά δέντρο του οποίου οι καρποί τρώγονται
    γκάχας βλάκας
    γκέργκελο αδύνατος
    γκέτες κάλτσες ψιλές
    γκίζα μυζήθρα
    γκιζεράω τριγυρνάω
    γκιζώτι βρισιά
    γκιόξι στήθος
    γκιόσο μαύρο χρώμα
    γκιούμι δοχείο μεταφοράς νερού
    γκλαβανή καταπακτή
    γκλαμπόφτης αυτός που έχει μεγάλα αφτιά
    γκογκοζάρες κόκκινες πιπεριές τουρσί
    γκολφ ζιβάγκο
    γκοργκόλια τα αχαμνά του άντρα
    γκόρτσα αχλαδιά
    γκορτσοκέφαλος αυτός που έχει λεπτό λαιμό και μεγάλο κεφάλι
    γκορτσολέμης αυτός που έχει λεπτό λαιμό
    γκουβέρτα κουβέρτα
    γκουγκούσης μοναχικός άνθρωπος
    γκουντουλιάρα επιφάνεια σχετικά λείων βράχων με θετική κλίση προς το έδαφος
    γκουντούλιαρος γκρεμός
    γκουντουλώ κατρακυλώ
    γκούσα το σημείο κάτω από το σαγόνι
    γκουστερίτσα μικρή σαύρα
    γκριλώνω γουρλώνω
    γκριμάδι συντρίμμι
    γκριμπόνα μεγάλη τρύπα
    γκριμπούνι χοντροκέφαλος, ισχυρογνώμων
    γκριπούρι κυψέλη μελισσών
    γλέντι πανηγύρι, συνεστίαση
    γλούπος στόμιο
    γνέθω στρίβω με τα δάχτυλα το μαλλί μετατρέποντας το σε νήμα
    γομαράγκαθο φυτό με αγκάθια που τρώγεται απ’ τα γαϊδούρια
    γούβα τρύπα στη γη
    γούρα λακούβα
    γουργιατό ουρλιαχτό
    γουργούλι πειραχτήρι
    γράδα μονάδα μέτρησης
    γρέντα στύλος (συνήθως ξύλινος)
    γρίβας άλογο χρώματος σταχτί
    γρουμπάλι σβώλος
    γυρέυω 1)ψάχνω, 2)ζητάω
  • δαμάλι μοσχάρι ενός έτους
    δαρμός ξύλο (από το ρήμα δέρνω)
    δάρτι 1)αποξηραμένο δέρμα ζώου, 2)δέρνω πολύ
    δειλινό απόγευμα
    διαβαίνω περνώ
    διακονάρης ζητιάνος
    δίφορα σύκα που γίνονται δύο φορές το χρόνο
    δόγα σανίδι
    δόκανο παγίδα για ζώα
    δουράω αντέχω
    δράχτι μέρος της ρόκας

     

  • έβγα βγες
    έκα περίμενε
    εκούτιασες γέρασες και χάζεψες
    έμπιος πύον
    έσαξα έφτιαξα
    εφταμηνίτικο αυτός που γεννήθηκε κατόπιν 7 μηνών κύησης
    εψές χθες το βράδυ
    εω ναι
  • ζαγάρι 1)κυνηγόσκυλο, 2) αλήτης (όχι και τόσο αρνητική έννοια)
    ζαϊρές σανό
    ζακόνι 1)έθιμο, 2)συνήθεια
    ζαλώνομαι φορτώνομαι
    ζαμπρανεύω 1)τριγυρίζω, 2)χαζεύω, το μυαλό μου είναι αλλού
    ζαμπρανόσκυλο 1)αυτός που τριγυρνάει και χαζεύει
    ζάντζα νεύρα
    ζάπι κάνω καλά, κουμαντάρω
    ζατόρι τρακτέρ
    ζάφτω ρίχνω, ρίχνομαι
    ζεματούρα φαγητό που καίει
    ζερβής αριστερόχειρας
    ζιάμπα βατράχι
    ζιαφέτι γλέντι, τσιμπούσι
    ζιντζίρι φερμουάρ
    ζοκοπούρα βρώμα (βρισιά)
    ζόρκος γυμνός
    ζουλάπι κατεργάρης
    ζούπα είδος φαγητού
    ζουπάω πιέζω με τα χέρια
    ζουρλός τρελός
    ζυγούρι αρνάκι
    ζωκοπάει βρωμάει
  • θαραπάυτικα ευχαριστήθηκα
    θεμωνιά αχυρώνας
    θερμασιές πυρετός
    θιάκο θεία
    θιάμα θαύμα, απίστευτο
    θιαμένω 1)απορώ, 2)θαυμάζω
    θύρα πόρτα
  • ίσκινα φυτική ύλη που χρησιμοποιείται για το άναμμα φωτιάς
    ίσκιωμα φάντασμα
    ίτσου καθόλου, τίποτα
  • καβάδι τοπική γυναικεία ενδυμασία
    καθάριο σταρένιο
    καϊτεράω περιμένω
    κακάβι κουβάς
    κακανιάρης 1)αδύναμος, 2)φοβητσιάρης
    κακαράντζες κόπρανα αρνιού ή κατσικιού
    κάκοψο σκληρό καρύδι που βγαίνει δύσκολα από το τσόφλι
    καλαμίδι πλάστης
    καλατζής γανωτής
    καλεντάρι ημερολόγιο
    καλέσης άσπρο πρόβατο με μαύρα ρουθούνια
    καλιμκερί μαντίλι
    καλούδια καραμέλες, σοκολάτες, γλυκά, γενικά δώρα
    καμάρα καμπυλωτά σχέδια μέσα στους τοίχους
    κάμαρη δωμάτιο ύπνου
    καμπερές δίσκος σερβιρίσματος
    καμπτζίκι καμουτσίκι, μαστίγιο
    κανατιέρα φανελάκι
    κανίσκι γαμήλιο δώρο
    κανίστρα ψάθινη λεκάνη για ρούχα
    καπαρτίζομαι περηφανεύομαι
    καπότα παλτό για βαρυχειμωνιά, φοριέται κυρίως από βοσκούς
    καρδάρας αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι
    καρδάρι δοχείο που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση του γάλατος
    καριά καρυδιά
    καρκαλιέται κακαρίζει
    καστραβέτσι 1)αγγούρι, 2)αποκαλούμε έτσι κάποιον περιφρονητικά
    καταχητό καλύβι ζώου
    κατράνι μαύρο
    κατσαφλιάκι 1)μικρός, 2)αποκαλούμε έτσι κάποιον υποτιμητικά
    κατσουλώνομαι σκεπάζομαι
    κατσούπι δερμάτινο σακί
    κατώι αποθήκη κάτω από το σπίτι, χώρος δροσερός για τρόφιμα
    κατωφούστανο νυχτικό
    καφέτσι μπρίκι του καφέ
    κάχτες καρύδια
    κένα γκρίζα κατσίκα
    κεπάπι μηχάνημα με το οποίο ψήνετε ο καφές
    κερατάς πονηρός
    κιβούρι μνήμα, τάφος
    κικιρίκι αποκαλούνται έτσι όλα τα λάδια εκτός του ελαιόλαδου
    κινάω ξεκινάω
    κίνγκος ωραίος, μάγκας
    κιούπι δοχείο
    κίτερο κίτρινο
    κλάπας βλάκας
    κλάφκας 1)βλάκας, 2)ηλίθιος
    κλαφοκούτι κουτί
    κλειδωνιά κλειδαριά
    κλιάω κλείνω
    κλίμα κληματαριά
    κλιούπι καφενείο
    κλώθω γυρίζω
    κλωνάρι κλαρί
    κλωνί μικρό κομμάτι ξύλου
    κόκοτος κόκορας
    κολιτσίνα παιχνίδι της τράπουλας
    κόντες αυγά από ψείρες
    κοντούρες είδος παπουτσιού
    κοπερατίβα συνεταιρισμός
    κόπιασε 1)έλα, 2)πέρασε
    κορίτα το μέρος που πίνουν νερό οι κότες (συνήθως πέτρινο)
    κορίτι το σημείο που ρίχνουν την τροφή των ζώων
    κορκάρι μικρά κρεμμύδια που φυτεύονται για την αναπαραγωγή του είδους
    κόρμα αρρώστια των προβάτων
    κόρτσες παράσιτα σαν τις ψείρες
    κόσα γεωργικό εργαλείο
    κοσμικιάρης κοινωνικός
    κοτσάνι το εσωτερικό μέρος του καλαμποκιού
    κουγί βαθύ πηγάδι
    κούγιαυλο αφηρημένος
    κουκούδι καρκάδι
    κουκουλίτσα μανιτάρι
    κουκουμάτσιο κουκουβάγια
    κουλτούκι καναπές, πολυθρόνα
    κούμαρα κόπρανα ζώου (αλόγου, γαϊδάρου)
    κούμπουλα κορόμηλα
    κουντάλι εκατό κιλά
    κουρκούτας αυτός που δε μιλάει καθαρά
    κουρκούτι χυλός
    κουρκουτιάζω μπερδεύω
    κουρκουτόπιτα πίτα με χυλό και κομμάτια τυριού
    κουτουρού χωρίς λόγο
    κούτσικος μικρός
    κουτσούπι ότι απομένει από το δέντρο αφού το κόψουμε
    κουτσουπιά είδος δέντρου με μωβ ανθό
    κοψιά κομμάτι μαγειρεμένου κρέατος
    κράνια καρπός δέντρου
    κρένω μιλάω
    κριγιασόπιτα κρεατόπιτα
    κρισάρα κόσκινο
    κρόθα η κόρα του ψωμιού
    κρούπα έγινα χάλια, λερώθηκα
    κρουσκιά συνοικέσιο
    κυπρί κουδούνι
    κωλομπέτσι οπίσθιο
    κώτι άδικα
  • λαγγόνι το σημείο πίσω απ ‘το νεφρό
    λάγιο μαύρο πρόβατο
    λαγούμι μικρό κανάλι δίπλα σε τοίχο
    λάκος ρέμα
    λάμπα λάμπα πετρελαίου
    λαμπατσίδες πυγολαμπίδες
    λανάρι ξύλινο εξάρτημα για επεξεργασία μαλλιού
    λάπας αυτός που έχει μεγάλα αφτιά
    λάπατα χόρτα φαγώσιμα
    λαπούσης αυτός που έχει μεγάλα αφτιά
    λάστιχο σφεντόνα
    λατσώνω τρώω
    λέκια λεφτά
    λελέκι πελαργός ή χαρακτηρισμός για κάποιον που είναι πολύ αδύνατος
    λέρα 1)βρωμιά, 2)μέρος οπού πίνουν νερό τα ζώα
    λεφτόκαρα φουντούκια
    λιάζομαι κάθομαι στον ήλιο, στεγνώνω
    λιάσα εξωτερική πόρτα πρόχειρα φτιαγμένη
    λίγδα το λίπος του χοιρινού που χρησιμοποιείται για μαγειρική
    λιγκάζω έχω λόξιγκα
    λιθάρι πέτρα
    λίμπα καράφλα
    λιοτήρι ηλιόσπορος
    λιπανό είδος ψωμιού από καλαμπόκι χωρίς προζύμι
    λουρίδα ζώνη
    λυκούνι θηρίο
    λωβιάζω λερώνω
  • μαγειριό μαγειρείο
    μαγκούφης πονηρός
    μαετόφωνο κασετόφωνο
    μαϊμούνι 1)πονηρός, 2)παλιόπαιδο
    μακαράς καρούλι κλωστής
    μάκο προσφώνηση γυναίκας μεγάλης ηλικίας
    μαλαγάνας πονηρός
    μάλε σεβάσμιο πρόσωπο μεγάλης ηλικίας
    μαλέκο θεία μεγάλης ηλικίας
    μαμάτσα ψωμί από καλαμπόκι
    μαμπέτι κουβέντα, συζήτηση
    μανίτσα η γιαγιά
    μαντάτο νέο, πληροφορία
    μαντέμι χώρος απ’ τον οποίο προμηθευόμαστε πέτρες
    μαντζάνα μελιτζάνα
    μαντζάνας αποκαλούμε έτσι κάποιον που έχει μεγάλη μύτη
    μαξούς επίτηδες
    μαραγκιασμένο μαραμένο
    μαραγκούλα μαραμένο σύκο
    μαργομένος 1) κοιμισμένος, 2)μαγεμένος
    μαρκιέμαι μασάω
    μασιά σπάτουλα για να βγάζουμε τα ψωμιά απ’ το φούρνο
    μασκαράς παλιάνθρωπος
    μάστα μάζεψε
    μάστακας ακρίδα
    μαστάκι ακρίδα μικρή
    μαστάρι ο μαστός του ζώου
    μαστίτσιο ψαρόκολλα
    μαστραπάς κανάτα για νερό
    ματαράς δοχείο για μεταφορά υγρών
    ματογυάλια γυαλιά οράσεως
    ματούφι βλάκας
    ματσαλάω μασάω
    ματσί γατάκι
    μαυλάω καλώ τα κατοικίδια ζώα
    μαύρος 1)μαύρος, 2)κακομοίρης
    μελεκούκι μικρός φαγώσιμος καρπός δέντρου
    μέντζα μαγειρείο
    μερμάγκα αράχνη
    μηρί μεγάλη ποσότητα
    μικροκαμωμένος αδύναμος
    μιντέρι καναπές
    μιντζίρι περίεργο
    μόκορα χρήματα
    μολιά βρισιά, μολυσμένος, βρώμικος
    μοτόρι μηχανή
    μότσι βαριεστημένος
    μούκας 1)ακαμάτης, οκνηρός, 2)παιχνίδι όπου ο παίκτης καλείται να ρίξει
    μουμούδι οκνηρός
    μούρα βατόμουρα
    μουρούζικο χαμηλοβλεπών
    μουσαμάς νάιλον
    μούσγκωσε νύχτωσε
    μουστερής πελάτης
    μουτεμένο μαδημένο
    μουτεύω μαδάω
    μουτρούνα αγκαθωτό χόρτο που το τρώνε οι αγελάδες
    μουτσάλα πλημμύρα
    μπαϊρι μεγάλη ζέστη του καλοκαιριού
    μπάλα κούτελο
    μπαλιάσης ζώο με ασπρόμαυρες βούλες
    μπάλωσα 1)έραψα κάτι σκισμένο, 2)γέμισα το στομάχι μου με φαγητό
    μπάμπο γριά
    μπανταλομάρες 1)ανοησίες, 2)κουταμάρες
    μπαργιάκι σημαία, το λάβαρο της γαμήλιας πομπής
    μπαρμπούνια φασολάκια
    μπαρτσολέτα ανέκδοτα
    μπάσι στενόμακρο ξύλινο κάθισμα για πολλά άτομα
    μπαστί μπάσταρδος
    μπάστι στοίχημα
    μπατανία κουβέρτα
    μπάτζο τυροκομείο
    μπάτσα σφαλιάρα
    μπέης γαιοκτήμονας
    μπέϊκα πρόβατο με πρόσωπο άσπρο
    μπελίτσα στρατιωτικό πανωφόρι
    μπέλο κάτασπρα μαλλιά
    μπεξής φύλακας
    μπερμπετσούλης αδύναμος σωματικά και οικονομικά
    μπερούτσα καπαρντίνα φτιαγμένη από μαλλί πρόβατου
    μπίθας οπίσθια
    μπίμι μικρό γουρούνι
    μπίμτσα υπόγειο (για συντήρηση ευπαθών τροφίμων)
    μπινιώτα κατσαρόλα
    μπιντόνι μεγάλο δοχείο για νερό
    μπιρμπίλι σφυρίχτρα
    μπίστα ουρά
    μπίτισε τελείωσε
    μπιτισμένο 1)καημένος, 2)κακόμοιρος
    μπιχλιμπίδια μικροπράγματα (στολίδια, κοσμήματα)
    μπλατσαριά λαχανόπιτα χωρίς φύλλα
    μπλέτσωσα χόρτασα
    μπογκάτσα γλυκό ψωμί
    μπόγλικο μπόλικο, αρκετό
    μποκανίκια δώρο για το νεογέννητο
    μπόλια βρασμένα καλαμπόκια
    μπολιάζω μετατρέπω ένα δέντρο σε άλλο
    μπόμπολα βρασμένα σπυριά καλαμποκιού
    μπομπότα ψωμί από καλαμπόκι
    μποντίλια μπουκάλια
    μπόρτζι χρέος
    μπόσικο 1)κενό, 2)ελλιπές
    μπόσκο άδειο
    μπότι δοχείο νερού
    μπουζέλης αυτός που έχει μεγάλα χείλη
    μπουζκούκι κραγιόν
    μπούλα προστατευτικό για το κεφάλι απ’ τον ήλιο
    μπουλώνομαι σκεπάζομαι
    μπούμπαλο ζωύφιο
    μπουμπουναριό βροντή
    μπουνκέρι πολυβολείο
    μπουνταλάς βλάκας
    μπούντενα ξύλινη στάμνα για κρασί
    μπουρέκι πίτα
    μπουσουλίθρα καρπός δέντρου που χρησιμοποιείται και για παιχνίδι
    μπούτσιρο ωραίο
    μπουφές σύνθετο έπιπλο
    μπουχάρι ο εσωτερικός χώρος του τζακιού, που βάζουμε τα ξύλα
    μπόφκες ψέματα
    μπροστέλα η γυναικεία ποδιά
    μπρούσα θράκα με κάρβουνα
    μπύρι έκφραση στοργής κι αγάπης
    μύλος μηχάνημα αλέσματος καφέ
    μυρίορυμο κακόμοιρο
  • ναμικιάρης αχάριστος
    ναπολιόνι παλιό εκατοστάρικο
    ναύτα νέφτι
    νιάγκος τζατζίκι χωρίς σκόρδο
    νιβορός στοίβα από ξύλα
    νίλα ζόρι
    νιφτήρα φορητός νιπτήρας
    νοματαίοι άτομα
    νταβιτζής αυτός που κάνει κουμάντο
    νταγιάκι δαρμός, ξύλο
    ντάκος κριάρι
    νταλάκι δηλητήριο
    νταμάσκο κάλυμμα καναπέδων
    νταμπίνα μάτσο σταφύλια
    νταμπλάς 1)ηλίθιος 2)μεγάλη έκπληξη
    νταμπούκι ψόφιος
    ντανταρούκι 1)τσαμπουκαλής, 2)ψευτόμαγκας
    νταούλας ξεροκέφαλος
    ντάτσο αυτός που έχει ξυρισμένο κεφάλι
    ντεκοράτο παράσημο
    ντελικάτο ευαίσθητο
    ντεντές τεμπέλης
    ντέπος αποθήκη
    ντερβένι δρόμος σε καλή κατάσταση
    ντερζί 1)κακόμοιρος, 2)καημένος
    ντερμπεντέρης ανοικοκύρευτος
    ντερτιλής μερακλής
    ντεψί ταψί
    ντιβέτσι κουζινικό σκεύος, μικρό ταψί
    ντίπι τελείως
    ντίπου καθόλου
    ντότι εύκολα
    ντουγραμάς 1)σανίδα, 2)αμόρφωτος
    ντουμάνι έντονος καπνός
    ντουμπετσιάζω δέρνω
    ντουμπίτσα ξύλινη βέργα
    ντουμπίτσι ξυλοδαρμός
    ντουντούνα σκληρό φύλλο χλωρού κρεμμυδιού
    ντουσέκι στρώμα γεμάτο άχυρα
    ντουφεκισμένος κακόμοιρος
    ντούφι ιδιοτροπία
    ντραγκατζίκα καραβάνα φαγητού
    ντρεβενίτσα δοχείο νερού
    ντριμόνι κόσκινο
    ντρομπολίτσα ξύλινο δοχείο για αποβουτύρωση γάλακτος
    ντρουμπολίζω διαδικασία για αποβουτύρωση του γάλακτος
  • ξάχαλο όχι ιδιαίτερα ικανό άτομο
    ξαχλιάζω διασκεδάζω, χαζεύω για να περνάει η ώρα
    ξεβεντιάζω δοκιμάζω
    ξεθρεμίζω αποδυναμώνω
    ξεθώνισε πείρε αέρα
    ξεκάλτσωτος ξυπόλυτος
    ξεμπινιάρικο αλήτης
    ξεμπλέτσωτος γυμνός
    ξεμπούλωτη γυναίκα χωρίς μαντήλι στο κεφάλι
    ξεπαστρεύω 1)καθαρίζω, 2)αποδεκατίζω
    ξιάω ξύνω
    ξίγκι λίπος
    ξίκι περιττό, μη θεμιτό
    ξιούρας αλλοπαρμένος
    ξόμπλι 1)γελοίος, 2)εκτός τόπου και χρόνου
    ξυλοκρέβατο φορείο
  • οβίρα γούρνα σε ποταμό που σε παρασύρει προς τα μέσα
    οκάρα δοχείο νερού
    ομπόλια μεγάλο μεταξωτό γυναικείο μαντήλι για το κεφάλι
    οπίγκες χοντρά παπούτσια
    οργιά μονάδα μέτρησης μήκους, ίση με την απόσταση μεταξύ των ανοιχτών χεριών
    οργιό κρυάδες
    ορμήνια συμβουλή
    όρνιο βλάκας
    ούι επιφώνημα για κάτι δυσάρεστο ή απρόοπτο
    ούρμο λωτός
    οφλιά μικρή κοφτερή πέτρα
  • παγούρι δοχείο νερού
    παλάντζα ζυγαριά
    παλιοπλιάτσικο ανέντιμος
    παλιούρι αγκαθωτό φυτό που χρησιμεύει για περιφράξεις
    πάνα η πέτσα που πιάνει το γάλα κατά το βράσιμο
    πανίνα ψωμί πολυτελείας
    πανωφόρι 1)παλτό, 1)μπουφάν
    πάπαλο πέτρα ή οτιδήποτε αντικείμενο προορίζεται απειλητικά για βολή εναντίον κάποιου
    παπόρι φούσκωσα στο φαγητό
    πάππος παππούς
    παρεκεί πιο ‘κει
    παρτσέλα έκταση γης
    πασπατεύω ψαχουλεύω
    παστρικιά καθαρή
    παταριά πολύ γρήγορα
    πατέντα δίπλωμα οδήγησης
    πατίκια αυτοσχέδια παπούτσια
    πατοκαζανιά 1)πάτος καζανιού 2)τιποτένιος
    πατούνια κάλτσες
    παφίλι τενεκές
    πεζούλι πέτρινος τοίχος που χρησιμοποιείται και για κάθισμα
    περγουλιά πέργουλα
    περδές κουρτίνα
    περσιώνι σύνταξη
    πεταχτή πίτα
    πέτος 1)κόκορας, 2)πετεινός
    πέτουρο φύλλο για πίτες
    πέτρα φύλλα της πίτας
    πηδούλια σκουλήκια στο τυρί
    πιάτσα πλατεία
    πίκα κεραυνός
    πικοβαρεμένο βαρεμένος
    πικουπίζω γκρεμίζω
    πικραλίδες φαγώσιμο χόρτο πικρό
    πίντσα πένσα
    πιοτούρας μπεκρής
    πισπιλώνομαι φτιάχνομαι, περιποιούμαι τον εαυτό μου
    πιστιόλας όχι ιδιαίτερα ικανό άτομο
    πίτουρα αυτά που τρώνε οι κότες
    πιτούρι χοντρό, στενό ανδρικό παντελόνι
    πλάκα 1) πέτρινες πλάκες με τις οποίες σκεπάζονται τα σπίτια, 2) η κασέτα μουσικής
    πλασμάς νάιλον
    πλατσουράω παίζω, χτυπώ τα χέρια μου στο νερό
    πλευρίτη πολύ κρύο
    πλευριτώθηκα κρύωσα πολύ
    πλιάγκαρα έντερα
    πλιάτσικα πράγματα
    πλωχέρι χούφτα
    πογάλια σιγά μωρέ
    ποδάρι πόδι
    πόλκα χωρίστρα μαλλιών
    πόμπα τρόμπα
    πονηρός έξυπνος
    ποπλύμια βρώμικα νερά, κυρίως μετά την πλύση πιάτων
    πόρτα τέρμα ποδοσφαίρου
    ποτιστήρα αγροτικό εργαλείο για το πότισμα των φυτών
    ποτούρια παντελόνια πολύ φαρδιά με λάστιχο κάτω χαμηλά
    πούσι πηγάδι
    πούστης γυναικάς
    πουστοβλιάκικο λιγούρης
    πουτσούλας ικανό άτομο
    πράκι η είσοδος του σπιτιού
    πράμα άλογο
    πρατσαλάει πετάει σπίθες από κάψιμο κλαδιών
    πρεσιόνι χύτρα
    πρίσκαλο το άγουρο σύκο
    προσήλιο σημείο που το χτυπά ο ήλιος
    προσκέφαλο μαξιλάρι
    προστιλιάζω βάζω το νεογέννητο αρνί ή κατσίκι να βυζάξει τη μάνα του
    προσώρα προσωρινά
    προψές προχθές το βράδυ
    πυροστιά σιδερένιο αντικείμενο, τριγωνικού ή στρογγυλού σχήματος, το οποίο τοποθετείται στο τζάκι για να ζεστάνουμε το φαγητό
    πυρώνομαι ζεσταίνομαι στη φωτιά
  • ρακέτα χάρτινο αεροπλάνο
    ρακοπατέρας φιλοπότης
    ρακοπότηρο ποτήρι ρακής
    ράμα κλωστή
    ράνγκαλο χαλασμένο
    ραφή χαραμάδα
    ρεκλιάμες διαφημίσεις
    ρεμούλα ακαταστασία
    ρέντζα τένοντας (συνήθως στο μαγειρεμένο κρέας)
    ρέντζελο κουρέλι
    ριζόφτι το μέρος πίσω απ’ το αυτί
    ρίθια κότες
    ριστέλλο μακρόστενο κομμάτι ξύλου
    ροβολάω κατηφορίζω
    ροδάνι εργαλείο που ίσιωνε το ξύλο
    ρόκα ξύλινη συσκευή για μετατροπή του μαλλιού σε κλωστή
    ρόσιο ξανθό
    ρουγκάλισμα ρέψιμο
    ρουκώνω χώνω
    ρουμάνι δάσος
    ρουπώνω φτιάχνω το βαρέλι
    ρουτί 1)νυχτικό, 2)πουκαμίσα
    ρουφιάνος 1)μαρτυριάρης, 2)καρφί
    ρουχάζω ροχαλίζω
  • σάδι κάτω στο πάτωμα ή στο έδαφος
    σάζω φτιάχνω
    σάικο σώο και αβλαβές
    σαΐτες μεγάλες βελόνες για πλέξιμο ρούχων
    σακάδες αστεία
    σακάτω προς τα κάτω
    σακούλι σάκος που χρησιμοποιείται κυρίως για τη μεταφορά τροφίμων
    σαμαρίτσα η κούνια του μωρού
    σαπάνω προς τα πάνω
    σαπέρα παραπέρα
    σάπιες παντόφλες
    σαπλακιάρικο βαριά άρρωστος
    σάτα λεωφορείο
    σαφράνι 1)κίτρινο, 2)χλωμό
    σάχλας γελοίος
    σβηστήρι γόμα
    σβόλια πέτρες
    σβούρι φόρα
    σγκορίζω σκαλίζω
    σέμπρος συνέταιρος γεωργού στα ζώα
    σέρει βρίσκεται σε περίοδο γονιμότητας
    σεριάνης αυτός που χάνει την ώρα του πηγαίνοντας από δω και από κει
    σερικοθύλικο αποκαλούνται έτσι οι πολύ ζωηρές κοπέλες
    σερμή γρίπη
    σερμπέτι ξινόγαλο
    σέφης άρχοντας, αυτός που κατέχει κάποιο πόστο
    σημάδι ελιά
    σιάρα αλυσοπρίονο, λάμα για πριόνι
    σιγουρέστρα ασφάλεια
    σιλίμια σαλιγκάρια
    σινί μεγάλο ρηχό ταψί
    σιντορίαρης συφοριασμένος
    σκαφίδι σκάφη για πλύσιμο στο χέρι
    σκέμπι βράχος
    σκεμποκέφαλος αυτός που δεν παίρνει χαμπάρι
    σκεπάρι σκεπάρνι
    σκιάγμα πολύ άσχημο
    σκιάζομαι φοβάμαι
    σκιαχτούρης φοβητσιάρης
    σκίζα ξύλο κομμένο στη μέση
    σκιόριγμα σκιάχτρο
    σκόντα φορτηγό
    σκόπι 1)ξύλο, 2)αγράμματος
    σκούπιρα σκουπίδια
    σκούρτης Φεβρουάριος
    σκουτί φόρεμα
    σκυλάκι είδος λουλουδιού
    σόλα το μέρος της σφεντόνας που κρατάει την πέτρα
    σολέτα ταράτσα
    σουγκράβι χαλάζι
    σουμακιάζω στριμώχνω και δέρνω άσχημα κάποιον
    σουράω σφυρίζω
    σουργούνι έκφραση ντροπής
    σούριξε ξεθώνισε
    σουσούρι σφυρίχτρα
    σουσουρίζω σφυρίζω
    σούτες ψέματα
    σούτης ζώο χωρίς κέρατα
    σουφέκι σφαίρα
    σούφρα γλυκό για παιδιά
    σουφράς χαμηλό τραπέζι φαγητού
    σοφέρης οδηγός
    σπαγκοραμμένος τσιγκούνης
    σπαραγκωνιά ιστός αράχνης
    σπαραγμένο τρελαμένο
    σπιρτάδα 1)ζωντάνια, 2)έντονο άρωμα αμμωνίας
    σπίτσα τέλεια (συνηθίζετε χαρακτηρισμός για κάποιο πρόσωπο)
    σπολάκι 1)επιτέλους, 2)ευτυχώς
    σπρούτσο τρόπος σοβατίσματος
    σπυρί λέγεται έτσι και το μυαλό
    στάβα στοίβα
    στανιό ζόρι
    στέρα στέρνα, χώρος αποθήκευσης πόσιμου νερού
    στερνάρι κόκκινη και κοφτερή πέτρα
    στιά φωτιά
    στομοδεμένος άτομο με μικρή ικανότητα ομιλίας, ντροπαλός
    στουμπάω χτυπάω τη τροφή
    στουπέλα βράχος
    στούπωμα φελλός
    στραγγιστήρι σουρωτήρι
    στραγγούλισα στραμπούλιξα
    στρίτσα τρίλιζα (παιχνίδι)
    συκομαϊτα αποξηραμένο σύκο
    σύρε πήγαινε
    σύσταση διεύθυνση
    συχαρίκια ευχάριστη είδηση για φιλοδώρημα
  • ταλάμπαρο ορθάνοιχτο
    ταμάμ ακριβώς
    ταπί τίτλος ιδιοκτησίας
    ταράντζες τιράντες
    ταρτακουλιάζω κρυώνω υπερβολικά
    τελεβιζόρι τηλεόραση
    τελέφι πολύ κουρασμένος
    τεντέλα δαντέλα
    τέντζερη κατσαρόλα
    τεριτάλι είδος υφάσματος
    τζακαμέντο μπουφάν
    τζάνι έκφραση στοργής
    τζαντές κεντρικός δρόμος
    τζαντόρα σπιτάκια που φτιάχνουν τα παιδιά για να παίξουν
    τζαρμπί ρούχο μικρής αξίας
    τζαρούχι λάχανο
    τζερεμές άχρηστος
    τζερμπούνι κοράκι
    τζιβώνω τυφλώνω
    τζινάω πειράζω
    τζινήθηκα τρυπήθηκα
    τζινιά αγκάθια
    τζινξ τζιν παντελόνι
    τζοβόρι αμόρφωτος
    τζομπόκι 1)χοντρό κλαδί δέντρου που προεξέχει, 2)αποκαλούμε έτσι κάποιον
    τζομπόκιας αυτός που ήρθε με τα χέρια άδεια
    τζόμπος καρούμπαλο
    τζουβές μπρίκι του καφέ
    τζούπι μπουφάν
    τζουτζουκώνω τουρλώνω
    τορόνι μαύρος χαλβάς
    τουλάτσης καράφλας
    τούλι πολύ ψιλό είδος υφάσματος
    τουλούπα 1)η συνολική ποσότητα μαλλιού που τοποθετείτε στη ρόκα , 2)νιφάδα χιονιού
    τούμπο σωλήνας
    τουράκι καθίκι, πάπια
    τουρκί μεταλλικό στεφάνι που συγκρατεί τα βαρέλια
    τούτα 1)φόρμα, 2)πιτζάμα
    τραϊ τράγος
    τραμπουζάνα νταμιτζάνα
    τραπάτσαλο απρόσεκτος
    τρεντελίνα 1)κίτρινο φυτό, 2)αποκαλούμε έτσι κάποιον πολύ αδύνατο
    τρεπελιές αυτός που περπατάει πηγαίνοντας δεξιά και αριστερά σαν ζαλισμένος
    τρίμματα ψίχουλα
    τριμπούνα εξέδρα
    τρίποδο ξύλινο κατασκεύασμα πάνω στο οποίο κόβονται τα ξύλα
    τρύγος Σεπτέμβριος
    τσα σπίθα
    τσάβαλα ρούχα
    τσαγούλι πηγούνι
    τσαΐρι λιβάδι
    τσάκινο ψιλό ξυλαράκι (συνήθως χρησιμοποιείται για προσάναμμα)
    τσακμάκι αναπτήρας
    τσαλακόπα αγροτικό κοπτικό εξάρτημα (κυρίως για κοπή ξύλου)
    τσαμπουνάς όταν κάποιος λέει ανοησίες
    τσανάκα κανάτα
    τσαντζαρώνομαι γίνομαι καλά, παίρνω τα πάνω μου
    τσαπκίνα τσαχπίνα
    τσατί σκεπή
    τσάφη η πρωινή παγωνιά, κυρίως πάνω σε γρασίδι
    τσάφκα κούπα
    τσαφτού αποκεί
    τσεδώ αποδώ
    τσεκί πιο κει
    τσενομένο αδύνατος
    τσεντράλι κεντρική μονάδα παροχής ρεύματος
    τσέντρο διακοσμητικό πλεγμένο στο χέρι
    τσέργα φλοκάτη, χοντρή μάλλινη κουβέρτα
    τσερέπι είδος ταψιού που τοποθετούνται κάρβουνα από πάνω
    τσεφτές δίκαννο
    τσιάμπα σπουργίτι
    τσιβούρα σκάσιμο των χεριών απ το πολύ κρύο
    τσίκα λίγο
    τσιμερώνω τρώω (πολύ αρνητική έννοια)
    τσιμπίδα πένσα
    τσιμπιδάκι μανταλάκι
    τσίξου φύγε αποδώ
    τσιουτέρι μικροπρόσωπος
    τσιροπούλι σπουργίτι
    τσιστέρνο δεξαμενή
    τσίτα μικρό καρφί
    τσιφούτης τσιγκούνης
    τσοκάνι σφυρί
    τσοκλάνι τσόγλανος
    τσολάω 1)χτυπάω μέχρι να διαλύσω κάτι, 2) τρώω
    τσόπα πάψε
    τσοράπια κάλτσες
    τσότσο λίγο
    τσουρούκης ανίκανος
    τσούτσουρους ποπ κορν
  • φασκιώνω κουκουλώνω, δένω το μωρό με τη φασκιά
    φασουλίζω 1)βάζω κάποιον στη θέση του, 2) τα κάνω χάλια
    φέγγει χαράζει
    φελί κομμάτι πίτας
    φερμάλα στέκα που κρατάει τα μαλλιά
    φιασίδι κραγιόν
    φιδορούτι το δέρμα που αλλάζει το φιδιού
    φίντες κόλπα γενικώς
    φλαμπόθηκα τυφλώθηκα από ζαλάδα ή από τον ήλιο
    φλαστάρι όμορφος
    φλεντζουρίδα κοφτερή και μικρή πέτρα
    φλετουρίδα πεταλούδα
    φλετούριξα πέταξα
    φλοέρα το καλάμι του ποδιού
    φορέματα ρούχα
    φούλτακας φουσκάλα από κάψιμο
    φούξης προδότης
    φουργκάτσα το ξύλινο μέρος της σφεντόνας
    φούρκα ξύλο με διχάλα στην κορυφή για να ισορροπήσει το βάρος σε φορτία ζώων
    φούρος 1)φούρνος, 2)τσαντισμένος
    φούσια γήπεδο
    φουσκή κοπριά
    φούτα ποδιά
    φρεμάλα πιαστράκι για τα μαλλιά
    φριγκοριφέρι ψυγείο
    φτελιά είδος δέντρου με μωβ ανθό
    φτενό λεπτό
    φτουράω αντέχω
    φυτευτήρα γεωργικό εργαλείο με το οποίο ανοίγουν τρύπες για το φύτεμα
  • χαγιάτι σκέπαστρο εξώπορτας
    χαλές 1)αποχωρητήριο, τουαλέτα, 2)βρισιά
    χαλεύω ψάχνω
    χαμπέρ είδηση, νέο
    χαντζάρι μαχαίρι μεγάλο
    χάπατο χαμένος
    χαρχάγγελος ενοχλητικό άτομο
    χασίλι πρασινάδα για τα ζώα
    χασοφεγγιάρης 1)χλωμός, 2)αδύνατος
    χατίλια το κενό μεταξύ σκεπής και ταβανιού
    χάφτας χαζός
    χάχας αυτός που γελάει δίχως λόγο
    χαψιά μπουκιά
    χέσκας δειλός
    χλαπακιάζω τρώω γρήγορα
    χολέρα αποκαλούμε έτσι τον κακό, τον ψυχικά βρώμικο άνθρωπο
    χολιάζω στενοχωριέμαι
    χουλιάρι κουτάλι
    χουσμεκιάρης υπηρέτης
    χρουσούζικο γρουσούζικο
    χτικιό φυματίωση
  • ψαλίδα δοκάρι στήριξης της σκεπής
    ψαχουλεύω ψάχνω
    ψεματούρα μεγάλο ψέμα
    ψες χθες το βράδυ
    ψευτούρης μεγάλος ψεύτης
    ψίκι η γαμήλιος πομπή με τη νύφη
    ψίχα λίγο
    ψωμόδογα η θήκη για το ψωμί
  • ώρα ρόλοι