Ρ

ρακέτα χάρτινο αεροπλάνο
ρακοπατέρας φιλοπότης
ρακοπότηρο ποτήρι ρακής
ράμα κλωστή
ράνγκαλο χαλασμένο
ραφή χαραμάδα
ρεκλιάμες διαφημίσεις
ρεμούλα ακαταστασία
ρέντζα τένοντας (συνήθως στο μαγειρεμένο κρέας)
ρέντζελο κουρέλι
ριζόφτι το μέρος πίσω απ’ το αυτί
ρίθια κότες
ριστέλλο μακρόστενο κομμάτι ξύλου
ροβολάω κατηφορίζω
ροδάνι εργαλείο που ίσιωνε το ξύλο
ρόκα ξύλινη συσκευή για μετατροπή του μαλλιού σε κλωστή
ρόσιο ξανθό
ρουγκάλισμα ρέψιμο
ρουκώνω χώνω
ρουμάνι δάσος
ρουπώνω φτιάχνω το βαρέλι
ρουτί 1)νυχτικό, 2)πουκαμίσα
ρουφιάνος 1)μαρτυριάρης, 2)καρφί
ρουχάζω ροχαλίζω
« Back to Glossary Index

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.