Ξ

ξάχαλο όχι ιδιαίτερα ικανό άτομο
ξαχλιάζω διασκεδάζω, χαζεύω για να περνάει η ώρα
ξεβεντιάζω δοκιμάζω
ξεθρεμίζω αποδυναμώνω
ξεθώνισε πείρε αέρα
ξεκάλτσωτος ξυπόλυτος
ξεμπινιάρικο αλήτης
ξεμπλέτσωτος γυμνός
ξεμπούλωτη γυναίκα χωρίς μαντήλι στο κεφάλι
ξεπαστρεύω 1)καθαρίζω, 2)αποδεκατίζω
ξιάω ξύνω
ξίγκι λίπος
ξίκι περιττό, μη θεμιτό
ξιούρας αλλοπαρμένος
ξόμπλι 1)γελοίος, 2)εκτός τόπου και χρόνου
ξυλοκρέβατο φορείο
« Back to Glossary Index

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.