Μ

μαγειριό μαγειρείο
μαγκούφης πονηρός
μαετόφωνο κασετόφωνο
μαϊμούνι 1)πονηρός, 2)παλιόπαιδο
μακαράς καρούλι κλωστής
μάκο προσφώνηση γυναίκας μεγάλης ηλικίας
μαλαγάνας πονηρός
μάλε σεβάσμιο πρόσωπο μεγάλης ηλικίας
μαλέκο θεία μεγάλης ηλικίας
μαμάτσα ψωμί από καλαμπόκι
μαμπέτι κουβέντα, συζήτηση
μανίτσα η γιαγιά
μαντάτο νέο, πληροφορία
μαντέμι χώρος απ’ τον οποίο προμηθευόμαστε πέτρες
μαντζάνα μελιτζάνα
μαντζάνας αποκαλούμε έτσι κάποιον που έχει μεγάλη μύτη
μαξούς επίτηδες
μαραγκιασμένο μαραμένο
μαραγκούλα μαραμένο σύκο
μαργομένος 1) κοιμισμένος, 2)μαγεμένος
μαρκιέμαι μασάω
μασιά σπάτουλα για να βγάζουμε τα ψωμιά απ’ το φούρνο
μασκαράς παλιάνθρωπος
μάστα μάζεψε
μάστακας ακρίδα
μαστάκι ακρίδα μικρή
μαστάρι ο μαστός του ζώου
μαστίτσιο ψαρόκολλα
μαστραπάς κανάτα για νερό
ματαράς δοχείο για μεταφορά υγρών
ματογυάλια γυαλιά οράσεως
ματούφι βλάκας
ματσαλάω μασάω
ματσί γατάκι
μαυλάω καλώ τα κατοικίδια ζώα
μαύρος 1)μαύρος, 2)κακομοίρης
μελεκούκι μικρός φαγώσιμος καρπός δέντρου
μέντζα μαγειρείο
μερμάγκα αράχνη
μηρί μεγάλη ποσότητα
μικροκαμωμένος αδύναμος
μιντέρι καναπές
μιντζίρι περίεργο
μόκορα χρήματα
μολιά βρισιά, μολυσμένος, βρώμικος
μοτόρι μηχανή
μότσι βαριεστημένος
μούκας 1)ακαμάτης, οκνηρός, 2)παιχνίδι όπου ο παίκτης καλείται να ρίξει
μουμούδι οκνηρός
μούρα βατόμουρα
μουρούζικο χαμηλοβλεπών
μουσαμάς νάιλον
μούσγκωσε νύχτωσε
μουστερής πελάτης
μουτεμένο μαδημένο
μουτεύω μαδάω
μουτρούνα αγκαθωτό χόρτο που το τρώνε οι αγελάδες
μουτσάλα πλημμύρα
μπαϊρι μεγάλη ζέστη του καλοκαιριού
μπάλα κούτελο
μπαλιάσης ζώο με ασπρόμαυρες βούλες
μπάλωσα 1)έραψα κάτι σκισμένο, 2)γέμισα το στομάχι μου με φαγητό
μπάμπο γριά
μπανταλομάρες 1)ανοησίες, 2)κουταμάρες
μπαργιάκι σημαία, το λάβαρο της γαμήλιας πομπής
μπαρμπούνια φασολάκια
μπαρτσολέτα ανέκδοτα
μπάσι στενόμακρο ξύλινο κάθισμα για πολλά άτομα
μπαστί μπάσταρδος
μπάστι στοίχημα
μπατανία κουβέρτα
μπάτζο τυροκομείο
μπάτσα σφαλιάρα
μπέης γαιοκτήμονας
μπέϊκα πρόβατο με πρόσωπο άσπρο
μπελίτσα στρατιωτικό πανωφόρι
μπέλο κάτασπρα μαλλιά
μπεξής φύλακας
μπερμπετσούλης αδύναμος σωματικά και οικονομικά
μπερούτσα καπαρντίνα φτιαγμένη από μαλλί πρόβατου
μπίθας οπίσθια
μπίμι μικρό γουρούνι
μπίμτσα υπόγειο (για συντήρηση ευπαθών τροφίμων)
μπινιώτα κατσαρόλα
μπιντόνι μεγάλο δοχείο για νερό
μπιρμπίλι σφυρίχτρα
μπίστα ουρά
μπίτισε τελείωσε
μπιτισμένο 1)καημένος, 2)κακόμοιρος
μπιχλιμπίδια μικροπράγματα (στολίδια, κοσμήματα)
μπλατσαριά λαχανόπιτα χωρίς φύλλα
μπλέτσωσα χόρτασα
μπογκάτσα γλυκό ψωμί
μπόγλικο μπόλικο, αρκετό
μποκανίκια δώρο για το νεογέννητο
μπόλια βρασμένα καλαμπόκια
μπολιάζω μετατρέπω ένα δέντρο σε άλλο
μπόμπολα βρασμένα σπυριά καλαμποκιού
μπομπότα ψωμί από καλαμπόκι
μποντίλια μπουκάλια
μπόρτζι χρέος
μπόσικο 1)κενό, 2)ελλιπές
μπόσκο άδειο
μπότι δοχείο νερού
μπουζέλης αυτός που έχει μεγάλα χείλη
μπουζκούκι κραγιόν
μπούλα προστατευτικό για το κεφάλι απ’ τον ήλιο
μπουλώνομαι σκεπάζομαι
μπούμπαλο ζωύφιο
μπουμπουναριό βροντή
μπουνκέρι πολυβολείο
μπουνταλάς βλάκας
μπούντενα ξύλινη στάμνα για κρασί
μπουρέκι πίτα
μπουσουλίθρα καρπός δέντρου που χρησιμοποιείται και για παιχνίδι
μπούτσιρο ωραίο
μπουφές σύνθετο έπιπλο
μπουχάρι ο εσωτερικός χώρος του τζακιού, που βάζουμε τα ξύλα
μπόφκες ψέματα
μπροστέλα η γυναικεία ποδιά
μπρούσα θράκα με κάρβουνα
μπύρι έκφραση στοργής κι αγάπης
μύλος μηχάνημα αλέσματος καφέ
μυρίορυμο κακόμοιρο
« Back to Glossary Index

1 thought on “Μ”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.