Λ

λαγγόνι το σημείο πίσω απ ‘το νεφρό
λάγιο μαύρο πρόβατο
λαγούμι μικρό κανάλι δίπλα σε τοίχο
λάκος ρέμα
λάμπα λάμπα πετρελαίου
λαμπατσίδες πυγολαμπίδες
λανάρι ξύλινο εξάρτημα για επεξεργασία μαλλιού
λάπας αυτός που έχει μεγάλα αφτιά
λάπατα χόρτα φαγώσιμα
λαπούσης αυτός που έχει μεγάλα αφτιά
λάστιχο σφεντόνα
λατσώνω τρώω
λέκια λεφτά
λελέκι πελαργός ή χαρακτηρισμός για κάποιον που είναι πολύ αδύνατος
λέρα 1)βρωμιά, 2)μέρος οπού πίνουν νερό τα ζώα
λεφτόκαρα φουντούκια
λιάζομαι κάθομαι στον ήλιο, στεγνώνω
λιάσα εξωτερική πόρτα πρόχειρα φτιαγμένη
λίγδα το λίπος του χοιρινού που χρησιμοποιείται για μαγειρική
λιγκάζω έχω λόξιγκα
λιθάρι πέτρα
λίμπα καράφλα
λιοτήρι ηλιόσπορος
λιπανό είδος ψωμιού από καλαμπόκι χωρίς προζύμι
λουρίδα ζώνη
λυκούνι θηρίο
λωβιάζω λερώνω
« Back to Glossary Index

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.