Κ

καβάδι τοπική γυναικεία ενδυμασία
καθάριο σταρένιο
καϊτεράω περιμένω
κακάβι κουβάς
κακανιάρης 1)αδύναμος, 2)φοβητσιάρης
κακαράντζες κόπρανα αρνιού ή κατσικιού
κάκοψο σκληρό καρύδι που βγαίνει δύσκολα από το τσόφλι
καλαμίδι πλάστης
καλατζής γανωτής
καλεντάρι ημερολόγιο
καλέσης άσπρο πρόβατο με μαύρα ρουθούνια
καλιμκερί μαντίλι
καλούδια καραμέλες, σοκολάτες, γλυκά, γενικά δώρα
καμάρα καμπυλωτά σχέδια μέσα στους τοίχους
κάμαρη δωμάτιο ύπνου
καμπερές δίσκος σερβιρίσματος
καμπτζίκι καμουτσίκι, μαστίγιο
κανατιέρα φανελάκι
κανίσκι γαμήλιο δώρο
κανίστρα ψάθινη λεκάνη για ρούχα
καπαρτίζομαι περηφανεύομαι
καπότα παλτό για βαρυχειμωνιά, φοριέται κυρίως από βοσκούς
καρδάρας αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι
καρδάρι δοχείο που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση του γάλατος
καριά καρυδιά
καρκαλιέται κακαρίζει
καστραβέτσι 1)αγγούρι, 2)αποκαλούμε έτσι κάποιον περιφρονητικά
καταχητό καλύβι ζώου
κατράνι μαύρο
κατσαφλιάκι 1)μικρός, 2)αποκαλούμε έτσι κάποιον υποτιμητικά
κατσουλώνομαι σκεπάζομαι
κατσούπι δερμάτινο σακί
κατώι αποθήκη κάτω από το σπίτι, χώρος δροσερός για τρόφιμα
κατωφούστανο νυχτικό
καφέτσι μπρίκι του καφέ
κάχτες καρύδια
κένα γκρίζα κατσίκα
κεπάπι μηχάνημα με το οποίο ψήνετε ο καφές
κερατάς πονηρός
κιβούρι μνήμα, τάφος
κικιρίκι αποκαλούνται έτσι όλα τα λάδια εκτός του ελαιόλαδου
κινάω ξεκινάω
κίνγκος ωραίος, μάγκας
κιούπι δοχείο
κίτερο κίτρινο
κλάπας βλάκας
κλάφκας 1)βλάκας, 2)ηλίθιος
κλαφοκούτι κουτί
κλειδωνιά κλειδαριά
κλιάω κλείνω
κλίμα κληματαριά
κλιούπι καφενείο
κλώθω γυρίζω
κλωνάρι κλαρί
κλωνί μικρό κομμάτι ξύλου
κόκοτος κόκορας
κολιτσίνα παιχνίδι της τράπουλας
κόντες αυγά από ψείρες
κοντούρες είδος παπουτσιού
κοπερατίβα συνεταιρισμός
κόπιασε 1)έλα, 2)πέρασε
κορίτα το μέρος που πίνουν νερό οι κότες (συνήθως πέτρινο)
κορίτι το σημείο που ρίχνουν την τροφή των ζώων
κορκάρι μικρά κρεμμύδια που φυτεύονται για την αναπαραγωγή του είδους
κόρμα αρρώστια των προβάτων
κόρτσες παράσιτα σαν τις ψείρες
κόσα γεωργικό εργαλείο
κοσμικιάρης κοινωνικός
κοτσάνι το εσωτερικό μέρος του καλαμποκιού
κουγί βαθύ πηγάδι
κούγιαυλο αφηρημένος
κουκούδι καρκάδι
κουκουλίτσα μανιτάρι
κουκουμάτσιο κουκουβάγια
κουλτούκι καναπές, πολυθρόνα
κούμαρα κόπρανα ζώου (αλόγου, γαϊδάρου)
κούμπουλα κορόμηλα
κουντάλι εκατό κιλά
κουρκούτας αυτός που δε μιλάει καθαρά
κουρκούτι χυλός
κουρκουτιάζω μπερδεύω
κουρκουτόπιτα πίτα με χυλό και κομμάτια τυριού
κουτουρού χωρίς λόγο
κούτσικος μικρός
κουτσούπι ότι απομένει από το δέντρο αφού το κόψουμε
κουτσουπιά είδος δέντρου με μωβ ανθό
κοψιά κομμάτι μαγειρεμένου κρέατος
κράνια καρπός δέντρου
κρένω μιλάω
κριγιασόπιτα κρεατόπιτα
κρισάρα κόσκινο
κρόθα η κόρα του ψωμιού
κρούπα έγινα χάλια, λερώθηκα
κρουσκιά συνοικέσιο
κυπρί κουδούνι
κωλομπέτσι οπίσθιο
κώτι άδικα
« Back to Glossary Index

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.