Ζ

ζαγάρι 1)κυνηγόσκυλο, 2) αλήτης (όχι και τόσο αρνητική έννοια)
ζαϊρές σανό
ζακόνι 1)έθιμο, 2)συνήθεια
ζαλώνομαι φορτώνομαι
ζαμπρανεύω 1)τριγυρίζω, 2)χαζεύω, το μυαλό μου είναι αλλού
ζαμπρανόσκυλο 1)αυτός που τριγυρνάει και χαζεύει
ζάντζα νεύρα
ζάπι κάνω καλά, κουμαντάρω
ζατόρι τρακτέρ
ζάφτω ρίχνω, ρίχνομαι
ζεματούρα φαγητό που καίει
ζερβής αριστερόχειρας
ζιάμπα βατράχι
ζιαφέτι γλέντι, τσιμπούσι
ζιντζίρι φερμουάρ
ζοκοπούρα βρώμα (βρισιά)
ζόρκος γυμνός
ζουλάπι κατεργάρης
ζούπα είδος φαγητού
ζουπάω πιέζω με τα χέρια
ζουρλός τρελός
ζυγούρι αρνάκι
ζωκοπάει βρωμάει
« Back to Glossary Index

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.