Δ

δαμάλι μοσχάρι ενός έτους
δαρμός ξύλο (από το ρήμα δέρνω)
δάρτι 1)αποξηραμένο δέρμα ζώου, 2)δέρνω πολύ
δειλινό απόγευμα
διαβαίνω περνώ
διακονάρης ζητιάνος
δίφορα σύκα που γίνονται δύο φορές το χρόνο
δόγα σανίδι
δόκανο παγίδα για ζώα
δουράω αντέχω
δράχτι μέρος της ρόκας
« Back to Glossary Index

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.