Α

αγάς γαιοκτήμονας
αγιόκλημα διακοσμητικό φυτό
αγκίδα παρανυχίδα
αγκούσα φούσκωμα του στομαχιού
αγναντεύω κοιτάζω μακριά
αγριάδα είδος φυτού
Αϊ Δημήτρης Οκτώβριος
αλαγγίτες είδος τηγανίτας
αλάργα μακριά
αλατουριασμένος 1)μπερδεμένος, 2)χαμένος
αλέτρι ξύλινο εργαλείο για όργωμα
αλισίβα μίγμα από στάχτη και νερό για πλύσιμο ρούχων
αλλιώτικα διαφορετικά
αλουπού αλεπού
αλωνάρης Ιούλιος
αμπάρι ντουλάπι τοίχου που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση σιτηρών
αμπουλάντσα 1)ασθενοφόρο, 2)ιατρείο
άμπουρος ατμός
ανάριο αραιό
ανασκελώνω γυρνάω ανάποδα
ανασκιράω τακτοποιώ, βάζω τα πράγματα στη θέση τους
ανατσιριάζομαι σιχαίνομαι
ανγκάρι χώρος αποθήκευσης
ανεργιάζομαι ονειρεύομαι
ανήλιο εκεί που χτυπάει ο ήλιος όταν βασιλεύει
ανταμώνω συναντώ
άντερα έντερα
άντζα μυς
αντίκρυ απέναντι
αντιρούτζιο αντισκουριακό
αντραϊδα άγριο φυτό
αντράλα ζάλη
αντρειάς Δεκέμβριος
αντρόενο ζευγάρι
αξιάρχης Νοέμβριος
απίδια αχλάδια
αποσταίνω κουράζομαι
αραντζάτα αναψυκτικό
αράντισμα ψέκασμα
αργανιάζω δέρνω
αρεντεύω τρέχω
άρκα τελάρο
άρμη αλατισμένο νερό για την συντήρηση του τυριού
αρσίκης λεβέντης
αρτζής γύφτος
αστάκι καλαμπόκι
αστάρι φόδρα
αστόχησα ξέχασα
ατζιαμής άπειρος, πρωτάρης
ατλάζι μετάξι
ατομπούζι λεωφορείο
αυτού εκεί
αφέντης άνθρωπος με μεγάλο αξίωμα
αφουγκράζομαι ακούω, παρακολουθώ μια συζήτηση
αχούρι καλύβα
« Back to Glossary Index

1 thought on “Α”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.