Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

Ένα διήγημα του Θωμά Στεργιόπουλου από την ανέκδοτη συλλογή «Η εξαφάνιση του ελαιόλαδου κι άλλες ιστορίες του παραλόγου»

 

Ο μυστηριώδης πίνακας

 

Ο ιστορικός τέχνης που κατέγραφε τα έργα ζωγραφικής στο μουσείο του Ουλάν-Μπατόρ της Μογγολίας για να ετοιμάσει το καινούριο κατάλογο, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σ’ έναν περίεργο πίνακα. Τα πέτρινα σπίτια και τα κυπαρίσσια που απεικόνιζε, δεν είχαν τίποτα απ’ τα ασιατικά τοπία και την έρημο της Μογγολίας. Όμως, περισσότερο απ’ το τοπίο, εκείνο που τον βασάνιζε, ήταν η δυσκολία του να διαβάσει τ’ όνομα του ζωγράφου και τη λεζάντα. Σε ποια γλώσσα να ‘ταν άραγε γραμμένο;

Ως κάτοικος πρώην σοσιαλιστικής χώρας, η πρώτη σκέψη που έκανε, ήταν πως το έργο ίσως να προερχόταν από τις δημοκρατίες που αποτελούσαν τη Σοβιετική Ένωση. Δεν αποκλειόταν να είχε ταξιδέψει κάποιο επίσημο στέλεχος της χώρας του στα χρόνια, όπου η Μογγολία ήταν κρυμμένη κάτω απ’ τη βαριά ρωσική γούνα.

Ένας φίλος του απ’ τη ρωσική πρεσβεία που έφτασε στο μουσείο πρόθυμος να βοηθήσει, αντί να ξεδιαλύνει το γρίφο, τον έκανε ακόμα πιο μυστηριώδη.

– Όχι, ούτε η γλώσσα είναι γνωστή κι ούτε το τοπίο θυμίζει κάτι απ’ τη δική μας επικράτεια. Όμως, αυτά τα στριφογυριστά γράμματα και οι τόνοι μοιάζουν με τα ελληνικά. Δεν αποκλείεται τον πίνακα να τον έφερε κάποιος Μογγόλος που ταξίδεψε στην μακρινή Ελλάδα.

– Οι Μογγόλοι, που ταξίδεψαν στην Ελλάδα πριν το ’90, είναι λιγότεροι απ’ τους ανθρώπους που πήγαν στο φεγγάρι, χαμογέλασε πικρά ο ιστορικός, προκαλώντας την απογοήτευση του Ρώσου.

Βέβαια, δεν ήταν πρώτη φορά, όπου ιστορικοί της τέχνης που καλούνταν να ταυτοποιήσουν ανυπόγραφους πίνακες και έργα αγνώστων ζωγράφων σήκωναν ψηλά τα χέρια. Στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου βρίσκονταν δεκάδες έργα, όπου η ταυτότητά τους παραμένει ακόμα αξεδιάλυτο μυστήριο. Η λεζάντα κάτω απ’ τα κάδρα «Έργο αγνώστου ζωγράφου» έκανε τους τεχνοκριτικούς και ιστορικούς να καρδιοχτυπούν, καθώς τους συνέδεαν άθελα τους με τα ονόματα των μεγάλων ζωγράφων, όπως του Βαν Γκογκ, του Ρενουάρ, του Γκόγια…

Στη σκέψη του ιστορικού να παραμείνει ο πίνακας έτσι αξεδιάλυτος, αινιγματικός, εξάπτοντας τη φαντασία των ξένων επισκεπτών, ο Ρώσος επανέλαβε και πάλι την υποψία του.

– Μια επιστολή στην ελληνική πρεσβεία ίσως να ρίξει φως στη διαλεύκανση του αινίγματος.

Αντέγραψε τη λεζάντα και μαζί με μία έγχρωμη φωτοτυπία του πίνακα, τα έστειλε στην ελληνική πρεσβεία.

Η απάντηση ήρθε γρήγορα και ήταν άκρως διαφωτιστική. Πράγματι, η γραφή ήταν ελληνική και τ’ όνομα του ζωγράφου ελληνικό. Δυστυχώς, όμως, το χωριό που απεικονιζόταν στον πίνακα, αν και ελληνικό από καταβολής κόσμου, βρισκόταν στο αλβανικό έδαφος, μετά από την χάραξη των συνόρων, που άφησε στην Αλβανία δεκάδες ελληνικά χωριά. Γνώριζαν καλά πως το χωριό αυτό βρισκόταν στην ορεινή περιοχή Πωγώνι. Η απορία τους, όμως, ήταν πως βρέθηκε στη Μογγολία ο πίνακας αυτός. Τι σχέση είχε το απόμερο αυτό χωριό του Πωγωνίου με το Ουλάν-Μπατόρ; Θα μπορούσαν όμως, να μεσολαβήσουν στην ελληνική πρεσβεία στην Αλβανία.

Όλες αυτές οι διπλωματικές ενέργειες, αν και ευγενικές ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία που ίσως κρατούσε μήνες. Ο ιστορικός, αφού ευχαρίστησε τον Έλληνα διπλωμάτη για την προθυμία του, σκέφτηκε να κάνει μία άλλη κίνηση. Να επικοινωνήσει με το υπουργείο Εξωτερικών, βέβαιος ότι εκεί θα βρισκόταν η απάντηση για το πως είχε φτάσει στη Μογγολία ο πίνακας, απ’ τη μακρινή χώρα των Βαλκανίων, την Αλβανία.

Προσμένοντας απάντηση απ’ το Υπουργείο, ξεφύλλισε για μια ακόμα φορά το βιβλίο με τα ονόματα των δωρητών έργων τέχνης του μουσείου. Και ξαφνιάστηκε. Ο πίνακας ήταν δώρο του πρέσβη της Μογγολίας στην Τσεχοσλοβακία και έφερε τη χρονολογία 1959.

Η απάντηση του Υπουργείου ότι η Μογγολία δεν είχε ποτέ διπλωματικές σχέσεις με την Αλβανία και ο δωρητής του έργου είχε πεθάνει πριν από τριάντα χρόνια, τον έριξαν σε μεγαλύτερη απόγνωση και περίπλεξε το κουβάρι που φάνηκε για μια στιγμή πως πάει να ξετυλιχτεί.

– Θα τρελαθώ με αυτόν τον πίνακα, φώναξε κοιτάζοντας τα θλιμμένα κυπαρίσσια, το καμπαναριό και τα κάτασπρα σπιτάκια που είχαν αράξει μέσα στη λιακάδα.

Δεν το έβαλε όμως κάτω. Ίσως όλη αυτή η περιπέτεια στην αναζήτηση της ταυτότητας του ζωγράφου και στον τρόπο που το έργο έφτασε στην πρωτεύουσα της Μογγολίας, να χάριζε στο μουσείο που μετά την πτώση του σοσιαλισμού κατακλυζόταν από ξένους επισκέπτες, μια κρυφή γοητεία κι έναν αέρα μυστηρίου. Δεν έμοιαζαν κάπως παράξενα όλα αυτά; Ζωγράφος από χωριό ελληνικό, όμως μέσα στα σύνορα της Αλβανίας! Πίνακας απ’ τη χώρα με την οποία η Μογγολία δεν είχε ποτέ διπλωματικές σχέσεις. Και το πιο περίεργο: Τον είχε χαρίσει στο μουσείο ο Μογγόλος πρέσβης στην Τσεχοσλοβακία! Μάταια προσπαθούσε να βρει κάποιο συσχετισμό ανάμεσά τους. Ήταν αδύνατο. Όλη αυτή η ιστορία έμοιαζε με αστυνομικό μυθιστόρημα που μόνο ένας Ζωρζ Σιμενόν θα μπορούσε να γράψει. Κάποια στιγμή σκέφτηκε να σταματήσει την αναζήτηση, όμως το σαράκι της περιέργειας δεν τον άφηνε ήσυχο. Αποφάσισε να απευθυνθεί στο Υπουργείο Πολιτισμού της Αλβανίας. Στην επιστολή που έγραψε στο όνομα του μουσείου, ζητούσε πληροφορίες για το ζωγράφο και το τοπίο που απεικονιζόταν κι αν γνώριζαν πως είχε φθάσει στη Μογγολία ο πίνακας. Μαζί μ’ ένα αντίγραφο του έργου, η επιστολή ξεκίνησε το μακρινό ταξίδι για την Αλβανία.

Ένα πρωί, ο ταχυδρόμος έφερε στο χωριό Χλωμό του Πωγωνίου ένα παράξενο γράμμα. Ο πρόεδρος της κοινότητας, άμα είδε το όνομα Μογγολία και Ουλάν-Μπατόρ, η πρώτη σκέψη που έκανε μετά το σάστισμά του, ήταν πως σίγουρα κάποιο χοντρό λάθος είχε γίνει. Η πιθανότητα να εστάλη το γράμμα από κάποιον συγχωριανό τους, που με το άνοιγμα των συνόρων είχε φτάσει στη Μογγολία του φάνηκε απίθανη. Όμως, όταν άνοιξε το γράμμα και είδε το αντίγραφο του πίνακα με το όνομα του γνωστού Χλωμιώτη ζωγράφου, Θεοδόση Γιούση και την όψη του χωριού τους στη δεκαετία του ’50, τα κυπαρίσσια, τ’ άσπρα σπιτάκια και το καμπαναριό απ’ τη γκρεμισμένη εκκλησία, πείστηκε πως το γράμμα αυτό δεν ήταν άσχετο με το χωριό του.

Το ερώτημα που βασάνιζε τον πρόεδρο ήταν το ίδιο με τον ιστορικό τέχνης του μουσείου. Πως είχε φτάσει ο πίνακας του ζωγράφου απ’ το Πωγώνι στη Μογγολία; Τι σχέση είχε το μικρό αυτό χωριό με τη μακρινή χώρα της Ασίας για την οποία δεν γνώριζαν τίποτα άλλο εκτός του ονόματος του Τσίγκις Χάνι, και κάτι καφετί πουλόβερ από μαλλί καμήλας, που ξέπεφταν στα χρόνια του πενήντα στα μαγαζιά.

Η είδηση έκανε το γύρο του χωριού, στο καφενείο με τους γέροντες και τους ελάχιστους κατοίκους που είχαν απομείνει, οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν.

– Με τους Ρώσους, τους Κινέζους και τους Βιετναμέζους ναι, το παραδεχόμαστε, είχαμε σχέσεις. Όχι όμως και με Μογγολέζους! Έλεγαν οι γέροντες χτυπώντας τα μπαστούνια στο δάπεδο του καφενείου.

Μονάχα ένας ξερακιανός, συνταξιούχος, δάσκαλος, ο Θάνος Μπιρμπίλης, άκουγε σκεπτικός το κουτσομπολιό και έστυβε το μυαλό του, προσπαθώντας να συνδέσει κάποια γεγονότα που μετά από σαράντα χρόνια έμοιαζαν μακρινά και ξεθωριασμένα.

– Σταματήστε! Γιατί σας φαίνεται περίεργο; Έχει και παραέχει σχέση ο πίνακας με τη Μογγολία. Ξεχάσατε πως ονομαζόταν κάποτε ο συνεταιρισμός του χωριού μας; Αλβανομογγολική φιλία!

Ένα «αααααα» ακούστηκε στο καφενείο και τα φλιτζάνια του καφέ παραλίγο να πέσουν απ’ τα χέρια των γερόντων. Τα ανοιχτά τους στόματα με τις μασέλες, έδειχναν την απορία και την αμνησία τους.

Δυο μήνες αργότερα έφτασε στο μουσείο τέχνης του Ουλάν-Μπατόρ ένα μακροσκελές γράμμα. Το κείμενο συνέταξε ο συνταξιούχος δάσκαλος που καθόλου δε δυσκολεύτηκε να ξεδιαλύνει το γρίφο. Ο Θάνος Μπιρμπίλης, γνήσιος απόγονος των πωγωνίσιων χρονογράφων του περασμένου αιώνα, Λαμπρίδη και Οικονομίδη, άνοιξε το τετράδιο με το ιστορικό του συνεταιρισμού και αντέγραψε το γεγονός με την ακρίβεια που άφησε άναυδο τον Μογγόλο τεχνοκριτικό.

«Ο πίνακας που στολίζει το μουσείο σας είναι έργο του σπουδαίου ζωγράφου του χωριού μας, Θεοδόση Γιούση. Θα με ρωτήσετε πως έφτασε το έργο αυτό στη μακρινή πατρίδα σας. Δεν υπάρχει εδώ κανένα μυστήριο. Όλα άρχισαν το 1959, όταν στο χωριό μας ιδρύσαμε γεωργικό συνεταιρισμό. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε στην εύρεση του ονόματός του αποδείχθηκαν μεγαλύτερες από τη δημιουργία του. Οι οδηγίες απ’ την ηγεσία του Κόμματος ήταν ξεκάθαρες: Ο συνεταιρισμός μας, αν και ορεινός και φτωχός, έπρεπε να έχει ένδοξο όνομα, όπως όλοι οι συνεταιρισμοί στην Αλβανία. Δεκαπέντε μερόνυχτα συζητούσαμε για την ονομασία του. Στην κομματική επιτροπή του νομού Αργυροκάστρου, διαπιστώσαμε με θλίψη πως είχε γίνει χρήση όλων των ένδοξων ονομάτων, όπως: Αλβανοσοβιετική φιλία, Νίκη του Λενινισμού, Ιωσήφ Στάλιν, Νέα Ζωή, Τα φώτα του κομμουνισμού, Γεώργιος Δημητρόβ, Μητσουρίνη… Είχαμε την ατυχία να ιδρύσουμε το συνεταιρισμό με κάποια καθυστέρηση σε σύγκριση με τ’ άλλα χωριά του νομού. Οι οδηγίες από πάνω ήταν ρητές. Ο συνεταιρισμός δεν πρέπει να μείνει χωρίς όνομα! Το όνομα θα απηχούσε τον παγκόσμιο θρίαμβο του σοσιαλισμού και την κομμουνιστική αλληλεγγύη των εργατών και αγροτών ανά την υφήλιο. Έγιναν αρκετές προτάσεις, όμως οι περισσότερες ήταν ασήμαντες. Δεν είχαν την αίγλη και την ακτινοβολία που θα έπρεπε να ‘χει ένας παραμεθόριος συνεταιρισμός σαν το δικό μας, κάρφος εν τω οφθαλμώ για τους εχθρούς μας πέρα απ’ τα σύνορα. Επιτέλους, με εντολή της Κομματικής Επιτροπής ο γραμματέας πρότεινε να ονομαστεί ο συνεταιρισμός μας: «Αλβανομογγολική φιλία». Ήταν κάτι που δεν πέρασε χωρίς αντιρρήσεις. Στην αρχή ακούγοντας το όνομα αυτό ξεσπάσαμε σε γέλια, διότι αν και σοσιαλιστική, τίποτα σχεδόν δεν γνωρίζαμε για τη χώρα σας. Το μόνο που ξέραμε ήταν οι καμήλες και τα κοπάδια σε απέραντες εκτάσεις που είχαμε δει σε μια σοβιετική ταινία. Το ρίξαμε στην ψήφο και έγινε δεκτό απ’ την πλειοψηφία των κομμουνιστών. Στην ερώτησή μου ότι δεν είχαμε διπλωματικές σχέσεις με τη χώρα σας, ο ινστρούχτορας απ’ την Κομματική Επιτροπή απάντησε πως κάτι τέτοιο, δεν είναι εμπόδιο. Όλοι οι λαοί του κόσμου είναι αδέρφια και δε θα ‘ναι μακριά η μέρα, όπου θα δούμε να ενώνονται σε μια γιγάντια σοσιαλιστική ομοσπονδία. Μετά την αποδοχή του ονόματος κι αφού το γράψαμε στην πρόσοψη των γραφείων μας, αποφασίσαμε να γνωστοποιήσουμε το όνομα στη χώρα σας. Όμως, πριν στείλουμε το μήνυμα, παραγγείλαμε στο ζωγράφο, Θεοδόση Γιούση, να φτιάξει έναν πίνακα που να απεικονίζει το χωριό μας. Σε ένα μήνα ο πίνακας ήταν έτοιμος. Τον κοιτούσαμε και δε χορταίναμε την ομορφιά του τόπου μας, τα κυπαρίσσια, τα σπιτάκια και την πανέμορφη εκκλησία μας. Είπαμε να στείλουμε τον πίνακα μαζί με το γράμμα στη Μεγάλη Χουράλ της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μογγολίας. Ρωτήσαμε και τα ανώτερα Κομματικά όργανα, τα οποία ήταν σύμφωνα με την πρόταση μας. Η δεύτερη ατυχία μας ήταν ότι στην Αλβανία δεν υπήρχε μογγολική πρεσβεία. Όμως, δεν δυσκολευτήκαμε να βρούμε λύση. Μέσω της κινέζικης πρεσβείας στα Τίρανα, στείλαμε στη μογγολική πρεσβεία στην Πράγα τον πίνακα με το γράμμα σε τρεις γλώσσες: αλβανικά, ελληνικά και ρώσικα. Αυτό συνέβη κατά το Νοέμβριο του έτους 1959. Το μήνυμα της συναδέλφωσης συγκίνησε τον Μογγόλο πρέσβη στην Τσεχοσλοβακία τόσο πολύ, που υποσχέθηκε ότι θα έρχονταν αυτοπροσώπως στην Αλβανία και θα επισκεπτόταν το χωριό μας. Μετά από ένα χρόνο, κατά το Νοέμβριο του 1960, ο πρέσβης της Μογγολίας στην Πράγα ήρθε στο Αργυρόκαστρο κι από εκεί ξεκίνησε για το Πωγώνι. Βρισκόμουν στο Αργυρόκαστρο μαζί με την αντιπροσωπεία του συνεταιρισμού που θα τον υποδέχονταν και είδα τους Μογγόλους με τις γούνες και τις σκούφιες τους να περπατάνε στα καλντερίμια του Αργυροκάστρου και να θαυμάζουν τα αξιοθέατα της πέτρινης πόλης.

Την επόμενη μέρα, ο πρέσβης της χώρας σας, μαζί με τη συνοδεία του, έφτασαν στο Χλωμό. Οι συγχωριανοί μας, τους επιφύλαξαν θερμή υποδοχή. Δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν χορευτικό όμιλο, όμως όλη τους την εκτίμηση την έδειξαν στο τραπέζι, που έστρωσαν προς τιμήν τους. Η υποδοχή έγινε στο σπίτι του Σταύρου Γκουνέλα και μάγειρας ήταν ο Τσιόφο Μέτσιος. Και στα δωμάτια που μεγάλωσαν με το τράβηγμα των τσατμάδων, στρώσαμε τις τάβλες με τους μεζέδες. Παρακάθισαν όλοι οι εκλεχτοί κι επίλεκτοι του χωριού, ενώ στο μαγειρειό, υπήρχε τρομερή κίνηση για να δώσουν ιδιαίτερη νοστιμάδα στην πατάτα, στο κοκκινιστό, στη μανέστρα…

Οι μακρινοί επισκέπτες άφησαν τις γούνες και τις σκούφιες στα χέρια της υπηρεσίας της τελετής και έπιασαν την τιμητική θέση στο τραπέζι. Κι εδώ πάλι έτοιμος ο Τσιόφος, ο μάγειρας να εξυπηρετήσει και προς αυτή την κατεύθυνση τους φίλους. Κρέμασε για ασφάλεια φαίνεται κάπου εκεί δίπλα στα καζάνια του μαγεριού, τις γούνες και τις σκούφιες.

Μα, όταν τελείωσε το φαγοπότι κι έληξε η τελετή, ο πρέσβης και οι συνοδοί του ζήτησαν τα πράγματά τους για να αποχωρήσουν. Έλειπε, όμως, ένας σκούφος. Τι έγινε; Τον αναζητήσαμε παντού, όμως, δεν τον βρήκαμε. Ο πρέσβης όμως, δεν έδειξε ταραχή και καλά έκανε! Το απόγευμα της ίδιας μέρας αναχώρησαν για το Αργυρόκαστρο.

Ίσως, θα είστε περίεργος τι απέγινε ο σκούφος. Βρέθηκε λίγο αργότερα, είχε πέσει μέσα στο καζάνι της μανέστρας. Και με αυτή τη συγκινητική τελετή, ο συνεταιρισμός μας έλαβε κι επίσημα το όνομα: Συνεταιρισμός, Αλβανο-μογγολική φιλία…»

 

Θωμάς Στεργιόπουλος

 

Πηγή άρθρου: http://periodikodrys.gr
http://periodikodrys.gr/ο-μυστηριώδης-πίνακας/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.